Επειτα από πολύχρονες προσπάθειες, φαίνεται ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί κατέληξαν σε συμφωνία με τους κατασκευαστές τηλεοπτικών δεκτών και έτσι άρχισαν ήδη οι τρισδιάστατες τηλεοπτικές εκπομπές, παράλληλα με την εμφάνιση τρισδιάστατων δεκτών στο εμπόριο.
Προς το παρόν δεν υπάρχει σημαντική παραγωγή αντίστοιχου τηλεοπτικού προγράμματος, αλλά η προβολή τρισδιάστατων ταινιών στους κινηματογράφους, όπως το «Αvatar», σε συνδυασμό με τη διαφήμιση των δεκτών, είναι σίγουρο ότι θα αλλάξει αυτή την εικόνα.
Ηδη το βρετανικό δίκτυο ΒSkyΒ προχώρησε στην παραγωγή της πρώτης «εμπορικής» τρισδιάστατης εκπομπής, με την αναμετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ- Αρσεναλ στις 31 Ιανουαρίου του 2010. Οι πρώτοι τρισδιάστατοι δέκτες αναμένονται στην ελληνική αγορά πριν από το τέλος της άνοιξης από τις εταιρείες Τoshiba, LG, Samsung, Sony και Ρanasonic.
Το «κλικ» του ματιού
Το βασικό αισθητήριο όργανο του ανθρώπου, με το οποίο αυτός «αντιλαμβάνεται» τον γύρω κόσμο και αλληλεπιδρά με αυτόν, είναι το μάτι.
Η λειτουργία του ματιού μοιάζει με αυτή της φωτογραφικής μηχανής, μόνο που είναι πολύ πιο «εξελιγμένη». Στο εμπρός μέρος το μάτι έχει έναν σύνθετο φακό, ο οποίος αποτελείται από τον κερατοειδή χιτώνα, που βρίσκεται μπροστά από την ίριδα, και από τον ενδοφακό, που βρίσκεται πίσω από αυτή. Το φως περνά από το κενό που έχει στο κέντρο της η ίριδα, αυτό που ονομάζουμεκόρη του ματιού, και προσπίπτει στο πίσω μέρος του ματιού, που καλύπτεται από τον αμφιβληστροειδή χιτώνα, σχηματίζοντας, όπως μάθαμε και στο σχολείο, το πραγματικό είδωλο του αντικειμένου που παρατηρούμε ανεστραμμένο.
Η καμπυλότητα του ενδοφακού μεταβάλλεται με τη βοήθεια ενός μυός που τον περιβάλλει. Ο μυς συσπάται όταν παρατηρούμε κοντινά αντικείμενα και μένει αδρανής όταν παρατηρούμε μακρινά, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται πάντοτε η «εστίαση» του ειδώλου στον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Ο τελευταίος, που παίζει τον ρόλο του αισθητήρα που έχουν οι σύγχρονες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, καλύπτεται από κύτταρα που είναι ευαίσθητα στο φως.
Καθένα από αυτά τα κύτταρα, που αντιστοιχούν σε ένα pixel της φωτογραφικής μηχανής, στέλνει ένα ασθενές ηλεκτρικό σήμα στο οπτικό νεύρο, το οποίο με τη σειρά του οδηγεί όλα αυτά τα σήματα στην περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει την όραση. Τα φωτοευαίσθητα κύτταρα δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα.
Τα περισσότερα από αυτά είναι συγκεντρωμένα στο «κέντρο» του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, σε μια περιοχή που ονομάζεταιωχρά κηλίδα. Οταν θέλουμε να παρατηρήσουμε τις λεπτομέρειες ενός αντικειμένου, στρέφουμε τα μάτια μας έτσι ώστε το είδωλό του να σχηματιστεί στην ωχρά κηλίδα.
Για μια σύγκριση με τις φωτογραφικές μηχανές που κυκλοφορούν σήμερα στο εμπόριο, το κάθε μάτι έχει ανάλυση 576 megapixels, γεγονός που σημαίνει ότι θα περάσει αρκετός καιρός έως ότου οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές πλησιάσουν τη διακριτική ικανότητα του ανθρώπινου ματιού.
Παράλλαξη και αίσθηση του βάθους
Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το «βάθος» στο οποίο είναι διατεταγμένα τα αντικείμενα της εικόνας που παρατηρούμε στηρίζεται στο γεγονός ότι έχουμεδύο μάτια, που στέλνουν δύο εικόνεςστον εγκέφαλο. Οι εικόνες αυτές δεν είναι πανομοιότυπες, επειδή στα κοντινά αντικείμενα είναι έντονο το φαινόμενο τηςπαράλλαξης .
Είναι πολύ εύκολο να αντιληφθούμε τι ακριβώς είναι αυτό το φαινόμενο, αν σηκώσουμε το χέρι μας και βάλουμε ένα δάχτυλο μπροστά στα μάτια μας. Αν παρατηρήσουμε το δάχτυλο ανοιγοκλείνοντας διαδοχικά τα μάτια μας, διαπιστώνουμε ότι στην εικόνα που δίνει το κάθε μάτι το δάχτυλο «φαίνεται» μπροστά από διαφορετικά μακρινά αντικείμενα.
Τη διαφορά αυτή «επεξεργάζεται» ο εγκέφαλος και «τοποθετεί» σε κοντινή απόσταση τα αντικείμενα για τα οποία η παράλλαξη είναι μεγάλη και σε μακρινή απόσταση τα αντικείμενα για τα οποία η παράλλαξη είναι μικρή.
Η προβολή τρισδιάστατων εικόνων στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση βασίζεται σε αυτό ακριβώς το φαινόμενο. Η λήψη της εικόνας γίνεται με δύο μηχανές, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους όσο και τα μάτια ενός μέσου ενήλικου ανθρώπου. Στη συνέχεια επιδιώκεται η προβολή της «αριστερής» και της «δεξιάς» εικόνας, έτσι ώστε ο θεατής να τις παρατηρεί, αντιστοίχως, με το αριστερό και το δεξί μάτι. Επειτα από αυτό, την τρισδιάστατη εντύπωση αναλαμβάνει να τη δημιουργήσει ο εγκέφαλος του θεατή.
Οι «τρίτοι δρόμοι» του ματιού
Από ένα αισθητήριο όργανο που είναι το αποτέλεσμα της εξέλιξης εκατοντάδων εκατομμυρίων ετών είναι φυσικό να περιμένει κανείς περισσότερες από μία μεθόδους αντίληψης της τρίτης διάστασης, έτσι ώστε σε περίπτωση που η μία μέθοδος για κάποιον λόγο δεν «λειτουργεί», να αναλαμβάνει μια άλλη, εναλλακτική, να καλύψει το κενό, και αυτό πραγματικά συμβαίνει.
Η παράλλαξη είναι ο βασικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το «βάθος» της οπτικής εικόνας, αλλά δεν είναι ο μοναδικός! Υπάρχουν τουλάχιστον άλλα τρία φαινόμενα που «συνεργάζονται» στην τρισδιάστατη όραση. Το πρώτο είναι ότι, όταν κοιτάζουμε ένα κοντινό αντικείμενο, τα μάτια μας «συγκλίνουν» σε αυτό, έτσι ώστε ένας τρίτος μας βλέπει να αλληθωρίζουμε.
Το δεύτερο είναι ότι, όταν κοιτάζουμε κοντινά αντικείμενα, ενεργοποιείται ο μυς που ελέγχει την καμπυλότητα του ενδοφακού, για να επιτευχθεί η εστίαση του αντικειμένου στον αμφιβληστροειδή. Τέλος, το τρίτο είναι ότι με μια κίνηση του κεφαλιού δεξιά αριστερά βλέπουμε να μεταβάλλεται περισσότερο, λόγω παράλλαξης, η θέση των κοντινών αντικειμένων σε σχέση με τα μακρινά. Ειδικά το τρίτο είναι αυτό που επιτρέπει σε ανθρώπους με ένα μάτι να αντιλαμβάνονται την απόσταση των αντικειμένων που παρατηρούν, π.χ. όταν οδηγούν αυτοκίνητο.
Συνήθεις «παρενέργειες»
Η μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται στην τρισδιάστατη τηλεόραση δεν μεταδίδει τέτοιου είδους «δευτερεύουσες» πληροφορίες στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να νιώθουν αποπροσανατολισμένοι, με τον ίδιο τρόπο που άλλοι αισθάνονται αλλόκοτα όταν βρίσκονται σε τεχνητούς δορυφόρους ή διαστημόπλοια και παρατηρούν αντικείμενα που έχουν «πάνω» και «κάτω» μέρος, δεν νιώθουν όμως τη βαρύτητα να τους «τραβά» προς τα «κάτω».
Αυτός ο αποπροσανατολισμός των τηλεθεατών μπορεί να προκαλέσει πονοκέφαλο και, σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, ναυτία. Το ενδιαφέρον όμως είναι ένα άλλο γεγονός, εντελώς απρόσμενο.
Ενα σχετικά μικρό ποσοστό των ανθρώπων, της τάξης του 10%, δεν αποκτά την αίσθηση του βάθους παρατηρώντας δύο εικόνες παρμένες με διαφορετικές κάμερες.
Αυτό σημαίνει ότι ο εγκέφαλός τους δεν χρησιμοποιεί τη σύγκριση της παράλλαξης μεταξύ των εικόνων που δίνουν τα δύο μάτια για τον υπολογισμό της τρίτης διάστασης, αλλά κάποια άλλη μέθοδο, ενδεχομένως μια από τις τρεις που αναφέραμε παραπάνω. Το φαινόμενο αυτό αναγνωρίστηκε από στατιστικές έρευνες που έγιναν εν όψει της έναρξης τρισδιάστατων τηλεοπτικών εκπομπών από εφέτος και δεν έχει ακόμη μελετηθεί σε βάθος.






Η ανακοίνωση του Σωματείου περιγράφει την απίστευτη συνέχεια της ιστορίας της Κάρμεν: «Στις 24 Μάρτη αργά το απόγευμα, η συναδέλφισσα Κάρμεν Μ. δέχθηκε επίθεση από αγνώστους την ώρα που κατευθυνόταν στο σπίτι της. Τη χτύπησαν βάναυσα στο κεφάλι και την εγκατέλειψαν αιμόφυρτη και λιπόθυμη στην είσοδο του σπιτιού της. Το κίνητρο της επίθεσης δεν ήταν η ληστεία, καθώς όταν η Κάρμεν συνήλθε είχε πάνω της και τα χρήματά της και το τηλέφωνό της.»
Η αναφορά στην κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δεν πρέπει να θεωρηθεί ένα απλό ρητορικό σχήμα. Πρόκειται για πραγματικότητα. Η κυβέρνηση έχει κηρύξει στα αλήθεια τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, όσον αφορά στα δικαιώματα των εργαζομένων, τα οποία αμφισβητούνται και καταπατούνται σε μία έκταση, που όμοιά της δεν έχει ξαναϋπάρξει από την περίοδο της Μεταπολίτευσης.
Εδώ δεν επιχειρούμε ένα παιγνίδι πολιτικών και ιστορικών αναλογιών. Η ελληνική κυβέρνηση διακηρύσσει ότι για να σωθεί η πατρίδα, θα πρέπει τα εργασιακά και δημοκρατικά δικαιώματα να ανασταλούν («προσωρινά»!). Ο κίνδυνος της οικονομικής κατάρρευσης που επικαλείται, αναμειγνύεται με τη δημιουργία ενός κλίματος σωβινισμού (όπως θα συνέβαινε αν βρισκόταν η χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση) και τρομοϋστερίας (καλλιέργεια εντυπώσεων ότι απειλείται το «πολίτευμα»). Αυτό είναι το πλαίσιο που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις αυτής της πρωτοφανούς προσπάθειας ριζικής αναδιάταξης των σχέσεων εργασίας – κεφαλαίου. Η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει μία κατάσταση εξαίρεσης για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που εγγυμονεί η παρουσία ενός εχθρού. Ο εχθρός αυτός, εναντίον του οποίου αυτή τη στιγμή οργανώνεται το κράτος με έναν έκτακτο τρόπο (τον οποίο αποσκοπούν να καταστήσουν μόνιμο) δεν είναι φυσικά το γερμανικό περιοδικό Focus που «πρόσβαλλε την πατρίδα μας», ή οι Γερμανοί που «μας χρωστάνε αποζημιώσεις» και «δεν μας δίνουν δάνειο» και άλλες τέτοιες γελοιότητες. Ο εχθρός για τους καπιταλιστές, για το κράτος τους και την κυβέρνησή τους είναι η τάξη των «ντόπιων» και των μεταναστών εργατών. Η κυβέρνηση έδωσε πρώτη το σύνθημα αυτής της επίθεσης με το Πρόγραμμα Σταθερότητας, στρέφοντας τα πυρά της εναντίον των εργαζομένων του Δημοσίου. Το μήνυμα είναι σαφές. Έχουμε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, οπότε οι ιδιώτες καπιταλιστές μπορούν να προχωρήσουν και οι ίδιοι στην επίθεση εναντίον των εργαζομένων τους. Οφείλουν να οπλιστούν για να αντιμετωπίσουν τους εργάτες και τις εργάτριες που θα προσπαθήσουν να αντισταθούν. Και δυστυχώς η περίπτωση της Κάρμεν δείχνει ότι οι εργοδότες δεν παίρνουν τα όπλα μόνο μεταφορικά… Δείχνει όμως και κάτι άλλο, το οποίο θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι μας και όλες μας: ότι η Κάρμεν είμαστε εμείς.






Ο καλύτερος τρόπος να επιδείξει ένας άνθρωπος χαμηλή νοημοσύνη, αμορφωσιά, και ηλιθιότητα είναι να εκδηλώνει φασιστικές και ρατσιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές. Είχα πει να μην ασχοληθώ στο Stupidity με το θέμα αυτόν τον καιρό που έτσι κι αλλιώς τα κρούσματα είναι εμφανή σε όλους, περισσότερο για λόγους της προσωπικής μου ψυχικής ηρεμίας. Δυστυχώς η φράση «Η βλακεία είναι ανίκητη» αποδεικνύεται ακόμη μία φορά αληθινή, και η συνεχής προσπάθεια να τα βάλει κανείς με τη βλακεία, μπορεί να γεράσει έναν νέο άνθρωπο πριν την ώρα του. Επίσης το θέμα του φασισμού τον τελευταίο καιρό έχει και πολιτικές προεκτάσεις (αλλά και αφορμές), και η πολιτική είναι κάτι που θέλω να κρατήσω μακριά απο το blog μου όσο γίνεται. Όχι γιατί δεν είναι μέσα στα προσωπικά μου ενδιαφέροντα, αλλά επειδή δεν είναι το αντικείμενο που μου αρέσει να γράφω, δεν είναι το αντικείμενο που θέλω να συζητώ με τους φίλους μου μέσω αυτού του blog, και δεν έχω καμία όρεξη να σχολιάζω την επικαιρότητα σαν παρουσιαστής ειδήσεων σε παρακμιακό τηλεοπτικό κανάλι. Δεν θέλω λοιπόν να σχολιάσω ούτε την επικαιρότητα με τους Γερμανούς, ούτε τα Σκόπια, ούτε να λύσω το Κυπριακό. Με προβληματίζει περισσότερο η κοινωνία στην οποία ζω, και οι άνθρωποι που γνωρίζω και συναναστρέφομαι. Με αφορμή λοιπόν τα απαράδεκτα συνθήματα που ακούστηκαν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου απο άντρες των ειδικών δυνάμεων, είπα να γράψω κι εγώ μερικές σκέψεις για τα κρούσματα ρατσισμού που γίνονται όλο και πιο έντονα τον τελευταίο καιρό.
Ένα τεράστιο ποσοστό ευθύνης για τον φασισμό στην Ελλάδα έχει η ελλειμματική και ενίοτε υποκινούμενη παιδεία μας, και η πλύση εγκεφάλου που έχουμε υποστεί απο το νηπιαγωγείο κι όλας. Αυτό το τεράστιο κενό που άφησε η παιδεία, το μεγάλο κομμάτι που λείπει απο τη διαπαιδαγώγηση ενός παιδιού, είναι οι αξίες. Να ξέρεις να εκτιμάς έναν άνθρωπο με βάση τις πράξεις του. Με βάση την ανθρωπιά του, το φιλότιμό του, την ευγένειά του, τις καλές προθέσεις του. Να είσαι γενναιόδωρος με αυτούς που το αξίζουν. Να ξέρεις να ξεχωρίζεις και να προστατεύεις τα χλωρά, ωστε να μην καούν μαζί με τα ξερά. Δυστυχώς όλοι αυτοί που έχουν διαμορφώσει ρατσιστικές ιδεολογίες δεν έμαθαν ποτέ τους να κάνουν αυτόν τον διαχωρισμό. Θεωρούν πως λόγω της ιστορίας μας μπορούμε να σνομπάρουμε όλους τους άλλους λαούς θεωρώντας τους κατώτερους. Στην πραγματικότητα θα πρέπει να αισθανόμαστε ντροπή που καταντήσαμε μια τόσο σπουδαία ιστορία στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η χώρα. Υπερηφάνια θα πρέπει να αισθανόμαστε για πράγματα που έχουμε καταφέρει οι ίδιοι, με κόπο. Αυτά που έκαναν με κόπο άνθρωποι πριν απο μας ωστε να μπορούμε να απολαμβάνουμε σήμερα τους καρπούς τους, δεν είναι αιτία για να σταυρώσουμε τα χέρια και να θεωρούμε τους εαυτούς μας αυτομάτως ανώτερους, αλλά θα πρέπει να τα εκτιμάμε, να τα σεβόμαστε, και πάνω απ’όλα να παραδειγματιζόμαστε και να συνεχίζουμε το όραμά τους, όχι να το καταστρέφουμε. Μόνο τότε μπορούμε να είμαστε περήφανοι. Τον σεβασμό προς τη χώρα μας πρέπει να τον κερδίζουμε, όχι να τον θεωρούμε αυτονόητο λόγω της ιστορίας μας. Όταν εμείς οι ίδιοι δεν σεβόμαστε τη χώρα, δεν μπορούμε να περιμένουμε να τη σεβαστούν και οι υπόλοιποι.